ΝΕΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΕΜΘ: «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και το επιχειρείν. Η συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης»

Η οικονομική διαδρομή της Θεσσαλονίκης, από τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και όχι μόνο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εβραϊκής κοινότητας. Τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, βιομηχανίες, καπνεργοστάσια, τυπογραφεία, εμπορικοί οίκοι και δραστηριότητες στο λιμάνι συνέθεσαν ένα πολύμορφο οικονομικό οικοσύστημα, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της Θεσσαλονίκης ως εμπορικής μητρόπολης.
Αυτή την πλούσια, αλλά σε αρκετές πτυχές της λιγότερο γνωστή, οικονομική κληρονομιά αναδεικνύει η περιοδική έκθεση «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και το Επιχειρείν: Η συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης», η οποία εγκαινιάστηκε στις 22.9.2026, στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με αφορμή την Ημέρα Ελληνικού Εμπορίου.
Η έκθεση διοργανώθηκε από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και την Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων Βόρειας Ελλάδας – ΕΔΕΒΕ. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, έγγραφα, μετοχές, ομόλογα, ασφαλιστήρια συμβόλαια, επαγγελματικά βιβλία και αυθεντικά αντικείμενα, καταγράφει όχι μόνο τη δράση των μεγάλων επιχειρηματικών οικογενειών, αλλά ολόκληρο το εύρος της οικονομικής και κοινωνικής ζωής: από τον τραπεζίτη και τον βιομήχανο έως τον καταστηματάρχη και τον εργάτη του λιμανιού.
Μια πόλη που αναπτύχθηκε μέσα από το εμπόριο
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Θεσσαλονίκη αποτελούσε μία από τις πλέον πολυπολιτισμικές πόλεις της Μεσογείου. Η γεωγραφική της θέση, στο σημείο συνάντησης εμπορικών δρόμων που συνέδεαν τη Μεσόγειο με τα Βαλκάνια και την Αδριατική με το Αιγαίο, είχε ενισχύσει τη λειτουργία της ως διεθνούς εμπορικού κόμβου.
Η εβραϊκή κοινότητα, η πολυπληθέστερη κοινότητα της πόλης κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα στο εμπόριο και στη βιομηχανία, διατηρώντας παράλληλα ισχυρές διασυνδέσεις με οικονομικά κέντρα του εξωτερικού.
Όπως επισήμανε στα εγκαίνια ο πρόεδρος της ΕΔΕΒΕ, Δρ Απόστολος Αιγυπτιάδης, στο γύρισμα του 20ού αιώνα η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης ήταν πλειοψηφούσα και ιδιαίτερα δραστήρια, με κυρίαρχη παρουσία στο εμπορικό και βιομηχανικό πεδίο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο τραπεζικό μοντέλο που είχε αναπτυχθεί στην πόλη, το οποίο ήταν προσαρμοσμένο στη διεθνοποιημένη οικονομία μιας μεγάλης πόλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με περιορισμένες κρατικές παρεμβάσεις και εκτεταμένες διεθνείς διασυνδέσεις.
Η ένταξη της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικών κρίσεων και περιορισμού των διεθνών συναλλαγών, άλλαξε σταδιακά τα δεδομένα. Το οικονομικό μοντέλο μετασχηματίστηκε και οι εβραϊκές τράπεζες αναδιαρθρώθηκαν.
Η εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας κατά τη γερμανική κατοχή κατέστρεψε τελικά την οικονομική και κοινωνική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν η λειτουργία τους, οδηγώντας στην εξαφάνισή τους.
Από την Banque de Salonique στις ασφάλειες
Η εκθεσιακή αφήγηση ξεκινά από την οθωμανική περίοδο και τις τραπεζικές δραστηριότητες που συνδέονταν με διεθνή κεφάλαια. Παρουσιάζονται στοιχεία για την Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα και τη δημιουργία της Banque de Salonique το 1888, πριν το ενδιαφέρον μεταφερθεί στο τραπεζικό τοπίο του Μεσοπολέμου και στη λειτουργία των τραπεζών Αμάρ, Μπενβενίστε και Ένωσις.
Μέρος του υλικού αφορά τον ασφαλιστικό κλάδο. Η έκθεση αναδεικνύει τη λειτουργία της αγγλικής ασφαλιστικής εταιρείας Phoenix, η οποία διατηρούσε παράρτημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ παρουσιάζονται αυθεντικά ασφαλιστήρια συμβόλαια του 1939. Τα αρχεία περιλαμβάνουν τεκμήρια εβραϊκών και χριστιανικών επιχειρήσεων και τραπεζών, αποτυπώνοντας τη στενή σύνδεση της τραπεζικής δραστηριότητας με την ασφαλιστική αγορά.
Επιχειρηματικότητα, μνήμη και εξωστρέφεια
Ο Σάμυ Βερσάνο, μέλος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και γενικός διευθυντής της Union Optic, χαρακτήρισε τη διοργάνωση αποτέλεσμα μιας ουσιαστικής και πολύπλευρης σύμπραξης ανάμεσα στην Ισραηλιτική Κοινότητα και την ΕΔΕΒΕ.
Όπως ανέφερε, μέσα από τη συνεργασία συναντώνται δύο κόσμοι: από τη μία η ιστορική μνήμη, η παράδοση και η κοινωνική συνέχεια και, από την άλλη, η επιχειρηματική σκέψη, η καινοτομία και η διοικητική επιστήμη.
«Η Θεσσαλονίκη υπήρξε διαχρονικά ένα χωνευτήρι πολιτισμών, ένα ακμάζον σταυροδρόμι εμπορίου, ιδεών και ανθρώπων», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το επιχειρείν, την πρόοδο και το ανοιχτό πνεύμα. Σε αυτή τη διαδρομή, πρόσθεσε, η Ισραηλιτική Κοινότητα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό.
Ο ίδιος συνέδεσε την ανάδειξη αυτής της κληρονομιάς με το υπό ανέγερση Μουσείο Ολοκαυτώματος Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, ένα έργο παγκόσμιας εμβέλειας που θα τιμά τη μνήμη των θυμάτων και θα λειτουργεί ως διεθνής φάρος παιδείας, ανθρωπισμού και πολιτισμού. Παράλληλα, τόνισε ότι η σύμπραξη των θεσμών της πόλης μπορεί να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα για την τοπική κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό.
Η Θεσσαλονίκη ως πόλη του εμπορίου
Το ιστορικό πλαίσιο της μετάβασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο ελληνικό κράτος ανέπτυξε ο Πάρις Παπαμίχος Χρονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Royal Holloway, University of London, και συγγραφέας του βραβευμένου βιβλίου «The Business of Transition: Jewish and Greek Merchants of Salonica from Ottoman to Greek Rule».
Όπως εξήγησε, η μελέτη των Εβραίων και των χριστιανών εμπόρων προσφέρει έναν νέο τρόπο κατανόησης τόσο της εβραϊκής όσο και της ελληνικής Θεσσαλονίκης και, κυρίως, της μετάβασης από τη μία στην άλλη. «Προτού η Θεσσαλονίκη αναγορευτεί σε ερωτική πόλη, προτού αποκληθεί “Φτωχομάνα” και πρωτεύουσα των προσφύγων, ήταν μια πόλη του εμπορίου. Και η ιστορία αυτής της πόλης αξίζει να ειπωθεί», ανέφερε.
Όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη, στις 26 Οκτωβρίου 1912, η Θεσσαλονίκη αριθμούσε περίπου 150.000 κατοίκους. Περίπου 70.000 ήταν Σεφαραδίτες Εβραίοι, ενώ το πληθυσμιακό μωσαϊκό συμπλήρωναν μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί, Βούλγαροι, Αρμένιοι και ευρωπαϊκές παροικίες. Το εμπόριο αποτελούσε το κοινό νήμα που συνέδεε αυτές τις διαφορετικές ομάδες.
Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για τον εμπορικό κόσμο, καθώς μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η πόλη έχασε σημαντικό τμήμα της εκτεταμένης ενδοχώρας της. Εβραίοι και Έλληνες έμποροι αναπροσάρμοσαν τις στρατηγικές τους, συνεργάστηκαν, συμμετείχαν σε κοινές πρωτοβουλίες, αλλά και ανταγωνίστηκαν μεταξύ τους.
Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, οι Εβραίοι αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της εμπορικής αστικής τάξης, με παρουσία στους πλέον επικερδείς κλάδους. Η προσάρτηση στην Ελλάδα έθεσε σε κίνηση μια βαθιά μεταβολή της οικονομικής ισορροπίας και, στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η εμπορική αστική τάξη είχε αποκτήσει κυρίως ελληνικό χαρακτήρα. Η ιστορία των δύο ομάδων, ωστόσο, όπως τόνισε ο καθηγητής, συγκροτήθηκε μέσα από τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και δεν μπορεί να εξεταστεί χωριστά.
Από τους Αλλατίνι και τους Μοδιάνο στον κόσμο της εργασίας
Η έκθεση δεν περιορίζεται στις εμβληματικές οικογένειες της εβραϊκής αστικής τάξης, όπως οι Αλλατίνι και οι Μοδιάνο. Παρουσιάζει ένα ευρύτερο παραγωγικό και εμπορικό δίκτυο, από τις μεγάλες τράπεζες και βιομηχανίες έως τους μικρότερους εμπορικούς οίκους, τους υφασματέμπορους, τους πλανόδιους πωλητές και τους εργαζόμενους στο λιμάνι.
Ξεχωριστή θέση κατέχει η τυπογραφία. Από τους 42 τυπογράφους της Θεσσαλονίκης, οι 38 ήταν Εβραίοι, στοιχείο ενδεικτικό της ισχυρής παρουσίας της κοινότητας στην παραγωγή και στη διακίνηση του έντυπου λόγου. Παρουσιάζονται επίσης οι εφημερίδες, το βιβλιοπωλείο Μόλχο και το μεγάλο τυπογραφείο που λειτουργούσε από το 1900 στην Αγίου Μηνά 1.
Σημαντική ενότητα αφορά την καπνοβιομηχανία και ιδιαίτερα την Εμπορική Εταιρεία Θεσσαλονίκης, γνωστή ως Κομερσιάλ, η οποία συνδεόταν με τις οικογένειες Αλλατίνι και Μισραχή. Φωτογραφίες από τις εργάτριες στα καπνεργοστάσια μεταφέρουν την αφήγηση από τους ιδιοκτήτες στον κόσμο της εργασίας.
Παράλληλα, παρουσιάζονται λιγότερο αναμενόμενες όψεις της αγοράς, όπως η εισαγωγή της Moët & Chandon από Εβραίο επιχειρηματία, το εμπόριο πορσελάνης, φωνογράφων και δίσκων. Τα εκθέματα αποκαλύπτουν μια αγορά με μεγάλη ποικιλία προϊόντων, ευρωπαϊκές διασυνδέσεις και έντονο ενδιαφέρον για νέες τεχνολογίες.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελεί το Φωτογραφείο Κούνιο, το οποίο ιδρύθηκε από τον Σαλβατόρ Κούνιο το 1917 και συνδέθηκε με την αντιπροσωπεία της Kodak. Στην έκθεση παρουσιάζονται για πρώτη φορά η πρώτη αφίσα της εταιρείας, που δημιουργήθηκε το 1918, οι πρώτες φωτογραφικές μηχανές Kodak και τα πρώτα βιβλία πελατών, γραμμένα στα εβραϊκά και στα ελληνικά.
Η εκθεσιακή διαδρομή φτάνει, τέλος, στο λιμάνι, όπου η εβραϊκή παρουσία συνδέθηκε με την αλιεία, το εμπόριο και την εργασία. Η καθημερινή γλώσσα του λιμανιού ήταν σε μεγάλο βαθμό τα λαντίνο, ενώ η αφήγηση επεκτείνεται στις μεταφορές, στο σιδηροδρομικό δίκτυο και στην περίπτωση του Ουζιέλ, που συνδέεται με την εισαγωγή του τραμ στη Θεσσαλονίκη.
Ένα αρχείο της οικονομικής μνήμης
Το υλικό προέρχεται κυρίως από το αρχείο και την έρευνα του συλλέκτη Γιάννη Μέγα, από το προπολεμικό αρχείο του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης και από το βιβλίο «Μετοχές και Ομόλογα Μακεδονία – Θεσσαλονίκη 1870–1940» των Γιάννη Μέγα και Δημήτρη Τάκα. Το αρχείο του Γιάννη Μέγα έχει δωρηθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ στην έκθεση παρουσιάζονται ψηφιοποιημένα αρχεία και αυθεντικά τεκμήρια.
Η έκθεση, την οποία επιμελήθηκε η Δρ Ξένια Ελευθερίου, ανασυνθέτει ένα οικονομικό μοντέλο που βασίστηκε στην εξωστρέφεια, στα διεθνή δίκτυα και στην κυκλοφορία ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Παράλληλα, καταγράφει την απότομη διακοπή μιας οικονομικής άνθησης που είχε διαμορφώσει για δεκαετίες το προφίλ της Θεσσαλονίκης.
Η εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας στο Ολοκαύτωμα δεν αποτέλεσε μόνο μια ανυπολόγιστη ανθρώπινη τραγωδία. Στέρησε από την πόλη μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού, εργατικού και κοινωνικού της δυναμικού, μεταβάλλοντας οριστικά την οικονομική και αστική φυσιογνωμία της.
Η έκθεση φιλοξενείται στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης, στην οδό Αγίου Μηνά 11, και θα διαρκέσει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
ΠΗΓΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ, 22.9.2026, της Δήμητρας Τάγκα. – kis.gr
