Συγκλονιστική και καθηλωτική η κατάθεση της Βαρβάρας Βουκάκη Φύτρου, η οποία στην πυρκαγιά στο Μάτι έχασε τα δύο της παιδιά και τον σύζυγό της.

Η μάρτυρας κρατούσε μια φωτογραφία της αδικοχαμένης οικογένειάς της και υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση άρχισε την κατάθεσή της. Αρκετοί από το ακροατήριο συγκινήθηκαν και δάκρυσαν κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της.

Άρχισε να περιγράφει την αγωνιώδη προσπάθειά της να φτάσει στην περιοχή καθώς ήταν στην εργασία της την ώρα εκδήλωσης της πυρκαγιάς, ενώ αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της ήταν υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση.

«Ήμουν στο Γαλάτσι. Επέλεξα από μόνη μου να κινηθώ μέσω της Εθνικής οδού. Πήρα τηλέφωνο τον άντρα μου και απάντησε ο Ανδρέας, ήταν τρομοκρατημένος , μου λέει: “Φοβάμαι μαμά, του είπα προσπαθώ να έρθω να σας βρω. Μου είπε «όχι μαμά μην έρθεις, θα έρθουμε έρθεις”» είπε και συνέχισε:

«Προχωρούσα ανάμεσα στα αυτοκίνητα με απανθρακωμένους ανθρώπους, πήγα στο Λιμεναρχείο και δήλωσα τους αγνοούμενους, μού ζήτησαν φωτογραφία.  Η λιμενικός είχε μια φωτογραφία ενός θύματος που έμοιαζε. Με τη φωτογραφία που τής είχα στείλει. Και μού λέει θέλετε να κάνετε αναγνώριση και τής λέω ναι. Είδα τη φωτογραφία και δεν ήταν λάθος, είδα την Εβίτα μου με το ροζ μπλουζάκι». 

«Η δολοφονία στο Μάτι κυρία πρόεδρε βοηθήστε να είναι η τελευταία στη χώρα μου» είπε και το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα.

Ανατριχιαστικές μαρτυρίες: «Η μάνα μου καμένη, χωρίς μαλλιά – Άκουσα κάποιον να μου λέει “κοπελιά καίγεσαι”»

Συγκλονισμένοι, μέσα στην αίθουσα όπου δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος, άκουσαν οι δικαστές και οι παράγοντες της δίκης την εξιστόρηση της μάρτυρα Ιωάννας Πεταλά, για το απόγευμα που έχασε τους γονείς της μέσα στη φωτιά, από την οποία η ίδια γλύτωσε με εκτεταμένα σοβαρότατα εγκαύματα σε όλο το σώμα της.

«Η μάνα μου ήταν πεσμένη στο πεζοδρόμιο, πεσμένη στα γόνατα, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Τής έφεραν ένα τραπεζομάντηλο από την ταβέρνα. Ξέρω από έναν κύριο που ήταν μαζί της ότι 5-6 ώρες ήταν ζωντανή. Με το που έφτασε στη Ραφήνα πέθανε. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε κοντά στο αμάξι», κατέθεσε η κ. Πεταλά, η οποία περιέγραψε σκηνές τόσο σοκαριστικές που πάγωσαν το ακροατήριο.

Η γυναίκα, η οποία νοσηλεύτηκε επί δύο μήνες με σοβαρές επιπλοκές που αντιμετωπίστηκαν σε ΜΕΘ, κατέθεσε στο δικαστήριο πως έχοντας αρπάξει φωτιά έφτασε στη θάλασσα και έπεσε μέσα για να σωθεί. Οι περιγραφές της για εκείνο το μαρτυρικό απόγευμα έμοιαζαν κυριολεκτικά με κατάβαση στην κόλαση: «Εκείνη την ημέρα, γύρω στις 17:30, άκουσα στην τηλεόραση για τη φωτιά στο Νταού. Δέκα λεπτά μετά, κόπηκε το ρεύμα και βγήκε όλη η γειτονιά έξω. Υπήρχε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ο αέρας δυνατός. Είπαμε να κλειστούμε στο σπίτι. Την ώρα που έκλεινα το τελευταίο παντζούρι ακούω τη μαμά μου να ουρλιάζει. Είχαν λαμπαδιάσει κάτι κλαδιά. Άρπαξε η μαμά μου την τσάντα της κι εγώ τα κλειδιά και φύγαμε… Την ώρα που φεύγαμε μια γειτόνισσα έμπαινε στο αμάξι της και πήγαμε μαζί της. Φύγαμε αναγκαστικά αριστερά και κάτω. Η φωτιά μάς κυνήγαγε από αριστερά και πίσω. Ακινητοποιηθήκαμε και είδα ότι η φωτιά ήταν πολύ κοντά. Τούς λέω βγείτε έξω θα καούμε. Έπεσε πολύ πυκνός μαύρος καπνός…».

Η μάρτυρας, πολύ έντονα φορτισμένη, αφηγήθηκε για τις στιγμές που πλέον η φωτιά τούς πρόλαβε ενώ έτρεχαν να σωθούν: «Έπεσα κάτω, έχασα τα γυαλιά μου. Γύρισα πίσω και είδα πύρινες νιφάδες. Ενστικτωδώς κατευθύνθηκα προς θάλασσα. Άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν. Περνούσε ένα νεαρός μόνο με το μποξεράκι του και πιο κει μια μάνα με ένα λιπόθυμο παιδάκι ή νεκρό… Άκουσα κάποιον να μου λέει “κοπέλια καίγεσαι”. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα. Από πάνω καιγόντουσαν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθισα δίπλα σε μια οικογένεια. Κάποια στιγμή κρύωνα. Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω αλλά ξαναμπήκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο».

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, όπως ανέφερε η μάρτυρας, άκουγε πολλούς να προσπαθούν να αναζητήσουν βοήθεια, χωρίς ωστόσο να βρίσκουν ανταπόκριση. «Κάποιος μίλησε με έναν δικό του και τού είπε “είμαστε όλοι στην παραλία. Ειδοποίησε κάποιον να έρθει να μάς σώσει”. Κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή κάποιου γνωστού μου. Ζήτησα βοήθεια γιατί δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω. Άκουσα στην παραλία τη φωνή της γειτόνισσάς μου. Τής λέω “που είναι η μάνα μου;”. Μου λέει “είναι καλά”. Προσπάθησα να τη βρω… Ήρθε ένα καραβάκι, έπεσα λιπόθυμη. Φτάσαμε στη Ραφήνα. Κάποια στιγμή με πήγαν στο Θριάσειο, μετά από λίγο με πήγαν στο ΓΝΑ, έμεινα 54 μέρες. Έχω καεί στα χέρια, στην πλάτη, στους γλουτούς και τα πόδια. Έπαθα πνευμονική εμβολή, είχα επιπλοκές. Μπήκα στην ΜΕΘ 8 ημέρες. Είχαν πει ότι δεν θα γλιτώσω. Δεν μπορούσα να περπατήσω. Ακόμα με πονάνε με τη ζέστη τα εγκαύματα. Δεν μπορώ να λειτουργήσω σωστά. Δεν περνάει μέρα που να μη σκεφτώ αυτά που έχω ζήσει», σημείωσε η κ. Πεταλά.

Με σφιγμένα τα χαρακτηριστικά της, η μάρτυρας κατέθεσε στη συνέχεια όσα έμαθε πως συνέβησαν στους γονείς της, αφού χωρίστηκαν κυνηγημένοι από τις φλόγες, περιγράφοντας τις εικόνες που τής μετέφεραν με τη μητέρα της καμένη να ουρλιάζει από τους πόνους επί ώρες και τον πατέρα της απανθρακωμένο κοντά στο αυτοκίνητο.

Οργισμένη η μάρτυρας, τόνισε: «Δεν μάς ενημέρωσε κανείς. Υπήρξε η αντίληψη στο Μάτι ότι αν συνέβαινε κάτι επικίνδυνο χτυπούσαν οι καμπάνες. Αν μάς ειδοποιούσε κάποιος έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… Μία κατηφόρα ήταν… Οι δικοί μου θα ζούσαν».

«Ο θάλαμος μύριζε καμένη σάρκα»

Η αδελφή της μάρτυρα, Δήμητρα Πεταλά, περιέγραψε το χάος που αντιμετώπισε αναζητώντας τους δικούς της χωρίς να μπορεί να βρει κανέναν στον κρατικό μηχανισμό να τη βοηθήσει. Είναι ενδεικτική η περιγραφή της για το τι συνέβη εκείνο το απόγευμα: «Και δέχομαι κλήση λίγη ώρα αργότερα, τηλέφωνο από την Πυροσβεστική Θεσσαλονίκης. Εκεί, στην Πυροσβεστική Θεσσαλονίκης δήλωσα τους αγνοούμενους. Στην πυροσβεστική Θεσσαλονίκης».

Ακόμη και για να αναγνωρίσει τους γονείς της, η μάρτυρας, όπως είπε, δεν ειδοποιήθηκε από κανέναν. Μόνη της πήρε τηλέφωνο: «Δεν είχα καμία ενημέρωση. Πήρα τηλέφωνο και τούς λέω “νομίζω πως σε αυτούς τους σάκους που έχετε, έχω δυο νεκρούς μέσα».

Όπως κατέθεσε η μάρτυρας, δεν θα ξεχάσει ποτέ πως όταν πήγε να δει την αδελφή της στο νοσοκομείο, «ο θάλαμος μύριζε καμένη σάρκα. Ήταν άλλοι τρεις μαζί με την αδελφή μου».

Ρεπορτάζ: Ηλίας Κούκος ΕΡΤ

πηγή:ertnews.gr