Επιστροφή στο…μέλλον. Έχοντας μαζέψει τα πράγματά του στις 6 Ιανουαρίου 2015, αφήνοντας πάντως την ομάδα στο Europa League και μόλις ένα βαθμό πίσω από τον ΠΑΟΚ, ο Χοσέ Μιγκέλ Γκονζάλες Μάρτιν ντελ Κάμπο, o γνωστός σε εμάς αλλά και στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, ως Μίτσελ, επέστρεψε σήμερα (20/9) στην Ελλάδα, προκειμένου να συζητήσει με τον Βαγγέλη Μαρινάκη, τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν επιστρέψει στον πάγκο του Ολυμπιακού, ξεκινώντας τη δεύτερη θητεία του.

Σε αυτά τα επτά χρόνια… απουσίας από το ελληνικό ποδόσφαιρο, περνώντας από τους πάγκους, Μαρσέιγ, Μάλαγα, UNAM, Χετάφε, γνώρισε νέες προκλήσεις, απέκτησε νέες εμπειρίες, αλλά εκείνο που φαίνεται πως δεν άλλαξε στο ελάχιστο, είναι το πάθος του για τη μπάλα.  

Προπονητής αλλά φυσικά και πρώην παίκτης της Ρεάλ Μαδρίτης, μέλος μιας ομάδας παικτών της ακαδημίας των Μαδριλένων, προικισμένων με μια εξαιρετική τεχνική που έφερε επανάσταση στο ισπανικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 1980, περιγράφει μέσα από συνεντεύξεις του, τη σχέση του με τον Ολυμπιακό, αλλά και τον εαυτό του.

Μιλάει για το πάθος του για το ποδόσφαιρο, την περίφημη πεντάδα της Ρεάλ Μαδρίτης (La Quinta), τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Λιονέλ Μέσι, τον Ντιέγκο Μαραντόνα, τα χρήματα και την αγάπη.

«Στον Ολυμπιακό μπόρεσα να μεταδώσω τις ιδέες μου»
«Σε όλες τις ομάδες που εργάστηκα μπόρεσα να μεταδώσω τις ιδέες μου. Όμως περισσότερο αυτό συνέβη σε Χετάφε και Ολυμπιακό, αφού στις άλλες όταν πήγα υπήρχε ήδη μία διαφορετική δουλειά. Όταν φτάνεις στα μέσα της σεζόν σε μία ομάδα, είναι πολύ δύσκολο να αλλάξεις τα πράγματα. Το ποδόσφαιρο που ερωτεύτηκα εγώ δεν υπάρχει πια. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Τώρα είναι πολύ περισσότερο επιχείρηση από καθαρό ποδόσφαιρο», είχε πει τον Μάιο του 2017, σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα Marca, ο 59χρονος -πλέον- Ισπανός προπονητής, που κάθισε στον πάγκο της Χετάφε από το 2009 έως το 2011 και σε εκείνον του Ολυμπιακού από 2013 έως 2015. 

Η βραδιά του τίτλου που έφυγε από το Bernabeu
Στις 11 Ιουνίου 1989, υπό το έκπληκτο βλέμμα των σχεδόν 100.000 θεατών που γέμισαν το Santiago Bernabéu, ο Μίτσελ έφυγε μόνος του από το γήπεδο. Έμεναν τρία λεπτά πριν το τέλος του πρώτου ημιχρόνου, οι Μαδριλένοι κέρδιζαν με 2-0 και ήταν ήδη πρωταθλητές της La Liga. Αλλά ο 26χρονος -τότε- Μίτσελ, ήταν γεμάτος οργή, επειδή οι κάποιοι φίλαθλοι τον… αποδοκίμαζαν.
«Είχα ένα συναίσθημα κοντά σε αυτό που νομίζω ότι θα έχω τη μέρα που θα πεθάνω. Ειρήνη… Ζήτησα από έναν υπάλληλο του συλλόγου να πει στη γυναίκα μου να κατέβει: «Πες της ότι φεύγουμε τώρα». Έφυγα από τα αποδυτήρια όταν έφτασε η ομάδα γιορτάζοντας το πρωτάθλημα. Εκείνο το βράδυ είχε δείπνο και πάρτι, αλλά όταν έφτασα σπίτι πήγα για ύπνο και ζήτησα να μην με ενοχλούν. Μου τηλεφώνησε ο Καμάτσο (σ.σ; προπονητής), την επόμενη ημέρα ο Μεντόθα (σ.σ; πρόεδρος). Του είπα ότι ήταν καλύτερα να φύγω από τη Μαδρίτη», θυμάται ο Μίτσελ,  μιλώντας τον Ιανουάριο του 2022 στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

«Η πολιτική ως πράξη στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος» 
Μία ημέρα πριν τη συνέντευξη, τελείωσε την ανάγνωση της «La Joven Politica», της Μανουέλα Καρμένα. 
«Είναι πολύ ενδιαφέρον», θα πει. «Υπερασπίζεται την πολιτική όχι ως ένα επάγγελμα στο οποίο θα παραμείνει για πάντα, αλλά ως μια έγκαιρη πράξη δημοσίου συμφέροντος», προσθέτει εξηγώντας την ανάγκη να βρεθούμε μαζί με ανθρώπους διαφορετικούς και όχι πάντα με ίσους, να οικοδομήσουμε σχέσεις που βασίζονται στην ασυμφωνία. Και μετανιώνει, από την αρχή της καριέρας του, για τις τεράστιες προκαταλήψεις που έπρεπε να κουβαλήσει. «Σε συναντούν οι άνθρωποι και σε ρωτούν: είσαι πραγματικά εσύ; Αλλά έτσι λειτουργούν τα πράγματα». 

Η «La Qintta» ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο
Όμως δεν τον σταματούν τυχαία στο δρόμο. Είναι μέλος της περίφημης πεντάδας της «Quinta» μαζί με τους  Σαντσίς, Μαρτίν Βάθκεθ, Παρδέθα  και Μπουτραγκένιο, μια «παρέα» που έφερε επανάσταση στο ισπανικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 1980. «Δεν ήμασταν διάσημοι, ήμασταν δημοφιλείς, από τον κόσμο. Το διάσημο είναι προσωρινό και το λαϊκό διαχρονικό. Ο κόσμος μας θυμάται γιατί έχουμε μεγαλώσει μαζί του σε πολλά πράγματα. Ήμασταν ακριβώς ίδιοι με αυτούς, εκτός από το γήπεδο. Η «La Quinta» ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Ήταν μέρος κάτι μεγαλύτερου. Φυσικά ήταν ένας άλλος τρόπος κατανόησης του ποδοσφαίρου, αλλά στην Ισπανία της δεκαετίας του ’80 και του ’90 υπήρχαν πολλοί τρόποι κατανόησης των πραγμάτων, από τη μουσική στη λογοτεχνία, από την πολιτική στο ποδόσφαιρο. Υπήρξε μια έκρηξη δημιουργικότητας, και ακόμη και οι διανοούμενοι άρχισαν να έρχονται πιο κοντά στο άθλημα γιατί μέχρι τότε φαινόταν ότι το ποδόσφαιρο ήταν μόνο μέρος της λαογραφίας της δικτατορίας», θα πει.

«Εγώ και ο πατέρας μου»
Έφτασε στην πρώτη ομάδα της Ρεάλ Μαδρίτης τη σεζόν 1981-82.
«Για δύο χρόνια έζησα με τους γονείς μου σε μια εργατική γειτονιά στα νότια της Μαδρίτης. Η μητέρα μου ήταν νοικοκυρά και ο πατέρας μου τυπογράφος σε εταιρεία γραφικών τεχνών. Αυτός επέστρεφε από τη δουλειά και το ίδιο κι εγώ, με τη διαφορά ότι εκείνος  έπαιρνε από την εταιρεία του, ας πούμε σημερινά 600 ευρώ και εγώ, 22 ετών, από τη δική μου, περίπου 6.000 ευρώ το μήνα χωρίς μπόνους. Σε αυτή την ηλικία δεν είσαι προετοιμασμένος για πολλά πράγματα. Να μαζέψεις αυτό το ποσό, να σε καλέσει ένας υπουργός να φας μαζί του, να βγεις στο δρόμο και να σε αναγνωρίζουν όλοι. Μου προκαλεί ρίγη να σκέφτομαι πώς κατάφερα να διαχειριστώ τα πάντα χωρίς καμία εκπαίδευση. Και δεν εννοώ πολιτιστικά, αλλά ανθρώπινα».

«Πάντα προσπαθούσα το επάγγελμά μου να μην γίνει απλώς επάγγελμα»
Αποχώρησε από την ενεργό δράση σε ηλικία 34 ετών, με την Ατλέτικο Θελάγια στο Μεξικό, ομάδα που έπαιξε επίσης και ο Μπουντραγκένιο. 
«Αυτό είναι ένα επάγγελμα που… έπαιζες από τότε που ήσουν μικρός. Το να είσαι ποδοσφαιριστής είναι ένα παιδικό όνειρο. Ένα παιδικό όνειρο που διαρκεί τόσο πολύ είναι προνόμιο. Τραυμάτισα το γόνατό μου όταν ήμουν 31 ετών και αυτό ήταν καλό για μένα, γιατί ήταν ένας τρόπος προετοιμασίας για το μέλλον. Αποσύρθηκα το 1997 και σχεδόν ό,τι έκανα μετά είχε σχέση με το ποδόσφαιρο. Πάντα προσπαθούσα το επάγγελμά μου να μην γίνει απλώς επάγγελμα. Γιατί αυτή η ενέργεια που είχα ως παιδί με κάνει να θέλω να δώσω πίσω στο ποδόσφαιρο όλα όσα έκανε για μένα», συμπλήρωσε.

Ο φόβος, ο Μέσι, ο Κρόιφ και ο Μαραντόνα
Μιλάει για τον φόβο, παρακολουθεί τον Μέσι, τον Κρόιφ και τον Μαραντόνα:
«Ο φόβος είναι αυτό που με ωθεί περισσότερο να κάνω πράγματα. Αν δεν φοβάμαι, είναι γιατί δεν είμαι προετοιμασμένος, λέει.
«Παρακολουθώ τον Μέσι. Πολύ. Νομίζω ότι τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Παρίσι, παρόλο που ήταν μεγάλη πόλη και μεγάλος σύλλογος, κατάλαβε ότι κάποιος δεν του είχε πει όλη την αλήθεια. Όταν φεύγεις από τις μεγάλες σκηνές, οι μεγάλες σκηνές συνεχίζουν να γεμίζουν και αρχίζεις να λαχταράς για αυτό το φως. Και το Parc des Princes δεν είναι το Camp Nou,», τονίζει.
 
«Ο Κρόιφ με αγαπούσε πολύ. Ένας φίλος μου από την ομάδα της Μπαρτσελόνα μου είπε ότι, αν έπαιζα, ο Κρόιφ είπε ότι θα ήταν ένας αγώνας 10 εναντίον 10, γιατί ένας παίκτης  θα έπαιζε μόνο για να με… ακυρώσει. Ο Κρόιφ και ο Μπεενάκερ ήξεραν πώς να μεταφέρουν την ολλανδική ουσία του παιχνιδιού στην Ισπανική Λίγκα.
Έπαιξα εναντίον του Μαραντόνα όταν ήταν στη Νάπολι, στη Σεβίλλη, στην Αργεντινή. Πάντα μου φαινόταν σαν ένας νοσταλγός μιας άλλης εποχής που φοβόταν να μην απογοητεύσει, αυτή τη γιγαντιαία προσδοκία που είχε να είναι αυτός που ήταν. Όλοι τον ξέρουν Ντιέγκο. Από την παιδική ηλικία. Όταν ήμουν σχολιαστής στην ισπανική τηλεόραση, τον βρήκα σε έναν τελικό στην Κωνσταντινούπολη. Δεν μπορούσε καν να κουνηθεί. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω. Αλλά με είδε και ήρθε να με αγκαλιάσει, όπως όταν σε αγκάλιαζε ο Βασιλιάς. Σαν να έπρεπε να κρατήσεις τα χέρια σου ακίνητα, γιατί το πρωτόκολλο διέταξε να μην μπορείς να τον αγκαλιάσεις. Εν ολίγοις, είναι απίστευτο που έγινε αυτό που έγινε ο Μαραντόνα, με τόσα πράγματα εναντίον του».

«Με τη γυναίκα μου θα έδινα ό,τι έχω για να προσπαθήσω ξανά για να πετύχω όλα όσα πέτυχα»
«Ήταν η  πρώτη μου φίλη. Είμαστε μαζί από 16 ετών. Έχουμε δύο παιδιά και τρία εγγόνια (ήταν παππούς στα 49 του). Τη γνώρισα γιατί έπαιζε με τον αδερφό της στην ομάδα και κάναμε παρέα. Μια μέρα τόλμησα και του ζήτησα να βγούμε έξω. Μου είπε όχι. Αλλά μετά χτύπησε το τηλέφωνο. Κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι ότι θα έδινα ό,τι έχω για να προσπαθήσω ξανά για να πετύχω όλα όσα πέτυχα.Αλλά αν προσπαθούσα ξανά, θα προσπαθούσα ξανά μαζί της. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο μυστικό. Η μεγάλη μας αρετή είναι ότι στη ρίζα είμαστε πανομοιότυποι, και αυτό μας έκανε να εκτιμούμε πολύ περισσότερα πράγματα ο ένας για τον άλλον».

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΖΟΓΙΑΝΝΗΣ

πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ