Με μια πρόκληση-πρόσκληση προς τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να καταθέσει πρόταση δυσπιστίας, αν πιστεύει ότι δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής και της κοινοβουλευτικής του ομάδας, έκλεισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τη δευτερολογία του στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων για τις παρακολουθήσεις.

Προηγουμένως είχε επίσης υπογραμμίσει σε έντονο ύφος: Αλήθεια, κ. Τσίπρα; Μπορείτε να διαβεβαιώσετε σήμερα το ελληνικό Κοινοβούλιο ότι δεν ακούγατε κανέναν πολιτικό, κανέναν δημοσιογράφο, κανέναν επιχειρηματία; Εάν το διαβεβαιώσετε και το κάνετε θα έχετε παρανομήσει, διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει ποιον «ακούει» η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Κανείς. Κανείς πρωθυπουργός δεν έχει τη δυνατότητα και το δικαίωμα να γνωρίζει ποιους παρακολουθεί η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Εγώ δεν γνωρίζω ποιους παρακολουθεί η ΕΥΠ. Δεν το γνωρίζω». Σταθερά απέναντι στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είπε επίσης ο πρωθυπουργός: «Θα έρθω στην ουσία της κατηγορίας σας. Με κατηγορήσατε, κ. Τσίπρα, ότι εγώ έδωσα την εντολή παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη. Το είπατε ξεκάθαρα. Το είπατε με μεγάλη βεβαιότητα. Το είπατε με τόση βεβαιότητα που αναρωτιόμουν, τώρα που σας άκουγα, μήπως κρίνετε εξ ιδίων τα αλλότρια; Διότι εδώ, όπως καταλαβαίνετε, είναι ο δικός σας λόγος απέναντι στο δικό μου».

Στο πλαίσιο της δευτερολογίας του ο πρωθυπουργός, υπογράμμισε πως «οι υπηρεσίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, ναι, να παρακολουθούν οποιονδήποτε κρίνουν, αρκεί να υπάρχει συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Και, ναι, εδώ θα συμφωνήσουμε πιστεύω, για τις περιπτώσεις των πολιτικών προσώπων θα πρέπει να υπάρχει ένα πολύ πιο αυστηρό φίλτρο τεκμηρίωσης το οποίο να δικαιολογεί μια τέτοια παρακολούθηση». Επεσήμανε ότι είναι ανοιχτός να ακούσει προτάσεις για πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας. «Είμαι ανοιχτός αυτές τις προτάσεις να τις συζητήσουμε και στην Εξεταστική Επιτροπή και θα ευχόμουν το τελικό πόρισμα της Εξεταστικής να μην είναι απλά μία διάγνωση για το τι έγινε σωστά και το τι έγινε λάθος, αλλά και μία σειρά από προτάσεις για το πώς η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών μπορεί να γίνει καλύτερη, πιο διαφανής χωρίς όμως – να το τονίσω – να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητά της σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη εθνική συγκυρία».

Υπογράμμισε πως το ερώτημα που έθεσαν τόσο επιτακτικά ο κ. Τσίπρας αλλά και ο κ. Κατρίνης «γιατί παρακολουθήθηκε το τηλέφωνο του κ. Ανδρουλάκη», γνωρίζουν πως δεν είναι κάτι που μπορεί να το απαντήσει ο πρωθυπουργός. «Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι αυτή την απάντηση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να την πάρει ο κ. Ανδρουλάκης μόνο μέσα από μία απόρρητη διαδικασία ενημέρωσης. Και ρωτώ κ. Κατρίνη, γιατί δεν πάει ο κ. Ανδρουλάκης να ενημερωθεί», τόνισε.

Αναλυτικά, ο πρωθυπουργός ανέφερε στη δευτερολογία του:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όσο περισσότερο ακούω τον κ. Βαρουφάκη να μιλάει για το πρώτο εξάμηνο του 2015 τόσο περισσότερο συμμερίζομαι αυτό το οποίο λέει η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων: «’Αγιο είχαμε και γλιτώσαμε από την απόλυτη καταστροφή». Ένας απόλυτος αχταρμάς παρακολουθήσεων, υπόγειων συνεννοήσεων, συνομιλιών, οι οποίες καταγράφονταν αλλά δεν καταλάβαμε ακριβώς ποιος παρακολουθούσε ποιους.

Δεν ξέρω αν τα άκουσε ο κ. Τσίπρας αυτά τα οποία είπε ο κ. Βαρουφάκης, πάντως δεν νομίζω ότι τιμά τον τέως Πρωθυπουργό το γεγονός ότι αυτή η απόλυτη, φαιδρή, τραγικότητα την οποία ακούσαμε σήμερα αποτελούσε Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και διαχειρίστηκε κρίσιμες διαπραγματεύσεις για το μέλλον της χώρας σε αυτήν την τόσο δύσκολη συγκυρία. Ας είναι. Όλοι κρινόμαστε, δεν πρόκειται να σχολιάσω τη γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο κ. Βαρουφάκης.

Θα συμφωνήσω, όμως, με αυτό το οποίο είπε ο Υπουργός, ο κ. Γεραπετρίτης, ότι μερικές φορές θεωρούμε ότι επειδή βρισκόμαστε σε αυτή την αίθουσα μπορούμε να χρησιμοποιούμε φράσεις και λέξεις οι οποίες είναι βαθύτατα προσβλητικές και οι οποίες σε οποιαδήποτε άλλη συναναστροφή θα ήταν και μηνύσιμες και αγώγιμες.

Αλλά ας ξεκινήσω σχολιάζοντας -γιατί είναι ένα ζήτημα και ηθικής τάξης αλλά και Κοινοβουλευτικής δεοντολογίας- τον πολύ ενδιαφέροντα διάλογο τον οποίο είχε ο Υπουργός, ο κ. Γεραπετρίτης με τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τον κ. Τσίπρα.

Θέλω να σας συγχαρώ, κ. Τσίπρα, για την ταχύτητα και την ευαισθησία την οποία επιδείξατε στο να πραγματοποιήσετε ακόμα μία εντυπωσιακή Κοινοβουλευτική κολοτούμπα και να πάρετε πίσω όλα αυτά τα οποία προσάψατε στον κ. Γεραπετρίτη στην πρωτολογία σας.

Προφανώς, λογαριάσατε χωρίς τον ξενοδόχο, χωρίς τη δυνατότητα να έχει ο Υπουργός την άνεση να απαντήσει σε αυτά τα οποία του προσάψατε. Αυτό λέγεται Κοινοβουλευτική θρασυδειλία. Να μην περιμένετε την απάντηση που θα πάρετε και μετά στη συνέχεια να έρχεστε και να τα διορθώνετε και να δέχεστε επί της ουσίας αυτό το οποίο είπε ο Υπουργός, ότι ουδέποτε αναφέρθηκε σε αυτά τα οποία του προσάψατε ότι δήθεν είπε σε μία μυστική συνεδρίαση.

Αναρωτιέμαι όμως, πραγματικά, με τί άνεση έρχεστε σε αυτήν την αίθουσα και μιλάτε για μία συνεδρίαση, η οποία είναι μυστική και διαπράττετε διπλό σφάλμα. Δεν ξέρω αν το αντιλαμβάνεστε.

Πρώτον, είστε Πολιτειακός παράγοντας, ο τέταρτος στη χώρα. Πολιτειακός παράγοντας, ο οποίος έρχεται και χρησιμοποιεί φράσεις οι οποίες ειπώθηκαν σε μία απόρρητη συζήτηση της Βουλής, διαπράττοντας, μάλιστα, διπλό σφάλμα και διαστρεβλώνοντας αυτές τις φράσεις. Δεν σας φτάνει ότι αναμεταδίδατε τη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας σε ζωντανή μετάδοση σε φιλικά Μέσα προς εσάς, αλλά βάλατε και στο στόμα του διοικητή της ΕΥΠ, του κ. Δεμίρη, πράγματα τα οποία ουδέποτε είπε.

Μα έτσι θα προχωρήσουμε; Μπορούμε πραγματικά να κάνουμε μία σοβαρή συζήτηση; Εδώ, σπανίως συμφωνώ, αλλά θα συμφωνήσω με αυτά τα οποία είπε ο κ. Βελόπουλος. Μπορούμε να κάνουμε μία σοβαρή συζήτηση με αυτούς τους όρους; Υπό αυτές τις συνθήκες; Για κρίσιμα ζητήματα τα οποία αφορούν την εθνική ασφάλεια; Για μία υπηρεσία η οποία προϋπήρχε της Νέας Δημοκρατίας, θα υπάρχει και όταν εμείς φύγουμε από την Κυβέρνηση, με αυτούς τους όρους;

Πώς αισθάνεστε; Πώς αισθάνεστε πραγματικά; Ως τέως πρωθυπουργός, ο οποίος έρχεστε εδώ στη Βουλή και παραβιάζετε ανοιχτά το νόμο, χρησιμοποιώντας πρακτικά από μία συνεδρίαση που είναι μυστική. Πώς αισθάνεστε; Αναρωτιέμαι πραγματικά.

Θα έρθω στην ουσία της κατηγορίας σας. Με κατηγορήσατε, κ. Τσίπρα, ότι εγώ έδωσα την εντολή παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη. Το είπατε ξεκάθαρα. Το είπατε με μεγάλη βεβαιότητα. Το είπατε με τόση βεβαιότητα που αναρωτιόμουν, τώρα που σας άκουγα, μήπως κρίνετε εξ ιδίων τα αλλότρια; Διότι εδώ, όπως καταλαβαίνετε, είναι ο δικός σας λόγος απέναντι στο δικό μου.

Εγώ κοίταξα τον ελληνικό λαό στα μάτια και τον διαβεβαίωσα ότι δεν γνώριζα απολύτως τίποτα για την παρακολούθηση, όχι του Νίκου Ανδρουλάκη, κανενός πολιτικού προσώπου και κανενός δημοσιογράφου. ‘Αρα θα πιστέψουν ή εσάς, ή εμένα. Αλλά θα λάβουν υπόψη τους και κάποια πραγματικά δεδομένα και θα συγκρίνουν εδώ πορείες και διαδρομές πολιτικές.

Διότι, ο κ. Βαρουφάκης τα μπαλαμούτιασε λίγο στην τοποθέτησή του, πλην όμως ήταν σαφής σε αυτά τα οποία είπε για το ρόλο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Αλλά μας είπε σήμερα, ότι εσείς δεν «ακούγατε» κανέναν, λέει, πολιτικό, δημοσιογράφο, επιχειρηματία.

Αλήθεια, κ. Τσίπρα; Μπορείτε να διαβεβαιώσετε σήμερα το ελληνικό Κοινοβούλιο ότι δεν ακούγατε κανέναν πολιτικό, κανέναν δημοσιογράφο, κανέναν επιχειρηματία; Εάν το διαβεβαιώσετε και το κάνετε θα έχετε παρανομήσει, διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει ποιον «ακούει» η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Κανείς. Κανείς πρωθυπουργός δεν έχει τη δυνατότητα και το δικαίωμα να γνωρίζει ποιους παρακολουθεί η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Εγώ δεν γνωρίζω ποιους παρακολουθεί η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Δεν το γνωρίζω.

Πρέπει να αντιληφθείτε ότι ο πρωθυπουργός, το γνωρίζετε φαντάζομαι, εκτός αν εσείς είχατε μια άλλη σχέση με την ΕΥΠ, ο πρωθυπουργός είναι αποδέκτης πληροφοριών οι οποίες είναι διαβαθμισμένες. Πολύ συχνά «προσγειώνονται» -φαντάζομαι θα συνέβαινε και επί των ημερών σας- αναφορές της ΕΥΠ από πηγή υψηλής αξιοπιστίας η οποία πρέπει πάση θυσία να προστατευθεί.

Δεν διανοήθηκα ποτέ να ρωτήσω ποια είναι αυτή η πηγή. Εσείς ρωτούσατε; Εσείς ξέρατε ποιους παρακολουθεί η ΕΥΠ; Το γνωρίζατε; Να το πείτε ανοιχτά. Να πείτε ανοιχτά αν γνωρίζατε ποιους παρακολουθεί. Εγώ δεν γνωρίζω. Δεν το γνωρίζω εγώ. Και δεν θα έπρεπε να το γνωρίζω.

Δεν θα έπρεπε να το γνωρίζω διότι περιοριστικά τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζει ο Διοικητής, οι υπηρεσίες, εφόσον εισηγούνται στον Διοικητή, η ΑΔΑΕ και ο αρμόδιος Εισαγγελέας -παλιά υπήρχαν δυο, τώρα υπάρχει ένας- ο οποίος εγκρίνει τελικά και νομιμοποιεί την όποια παρακολούθηση γίνεται.

Πιστεύετε πραγματικά, κ. Τσίπρα, ότι ο Γάλλος πρόεδρος, ο Ιταλός πρωθυπουργός, ο Αμερικανός πρόεδρος, γνωρίζει ποιοι παρακολουθούνται από τις υπηρεσίες πληροφοριών τους; Το πιστεύετε αυτό;

Αναρωτιέμαι, όμως, αν εσείς γνωρίζατε πράγματα τα οποία θα έπρεπε να σας οδηγήσουν στο να λάβετε κάποιες αποφάσεις. Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι το 2016 υπήρχε ένα πόρισμα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, το οποίο κατατέθηκε στο γραφείο σας. Ουδέποτε διαψεύστηκε. Μια έρευνα η οποία αφορούσε υποθέσεις διαφθοράς στην Ελληνική Αστυνομία. Και σε αυτή την έρευνα φαίνεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ότι υπήρχαν συνομιλίες αστυνομικών οι οποίοι ερευνόντουσαν για την υπόθεση αυτή με τον υπουργό ‘Αμυνας και τη σύζυγό του.

Ουδέποτε διέψευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και εσείς προσωπικά ότι αυτό το πόρισμα κατατέθηκε στο γραφείο σας. Και αναρωτιέμαι εγώ τώρα. Αναρωτιέμαι: ο υπουργός ‘Αμυνας της χώρας μιλάει και κάνει νταραβέρια, deals για να το πω πολύ απλά, που αφορούσαν μέχρι και το κυλικείο της Βουλής με κάποιον υπόδικο. Έχετε αυτήν την πληροφορία εσείς και δεν κάνετε τίποτα; Και δεν κάνετε τίποτα;

‘Αρα, ας προσέχετε λίγο, κ. Τσίπρα. Για αναζητείστε λίγο τις ανακοινώσεις του κόμματός σας και μετά ελάτε να μας πείτε ότι εσείς πραγματικά μπορείτε να διαβεβαιώσετε το Ελληνικό Κοινοβούλιο ότι επί ημερών σας δεν παρακολουθείτο κανείς βουλευτής, κανείς δημοσιογράφος, κανείς επιχειρηματίας. Και να μου πείτε και που το οριοθετείτε αυτό. Να το πείτε με απόλυτη βεβαιότητα.

Ερχόμαστε, τώρα, στα ερωτήματα τα οποία έχετε θέσει και τα οποία, νομίζω, ότι έχουν ένα ενδιαφέρον να τα επεξεργαστούμε λίγο περισσότερο. Πρέπει ή δεν πρέπει επί της αρχής να εξαιρούνται βουλευτές ή άλλες κατηγορίες πολιτών από παρακολουθήσεις; Δεν πρέπει να εξαιρούνται και το Σύνταγμα δεν ορίζει κάτι τέτοιο, ούτε ο εκτελεστικός νόμος του 1994.

Νομίζω, ότι κανείς δεν μπορεί να πει επί της αρχής και με βεβαιότητα ότι ένα πολιτικό πρόσωπο ή ένας δημοσιογράφος ή ένας επιχειρηματίας ή ένας διπλωμάτης ή ένας στρατιωτικός, επί της αρχής δεν μπορεί να λειτουργεί επιζήμια της εθνικής ασφάλειας.

Κατ’ εξοχήν τα ρήγματα στην εθνική ασφάλεια από τέτοιους ανθρώπους προέρχονται. Όπως είπε και κάποιος σχολιαστής της επικαιρότητας εύστοχα, δεν προκαλούνται ρήγματα στην εθνική ασφάλεια ούτε από τον μανάβη, ούτε από τον υδραυλικό.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, ναι, να παρακολουθούν οποιονδήποτε κρίνουν, αρκεί να υπάρχει συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Και, ναι, εδώ θα συμφωνήσουμε πιστεύω, για τις περιπτώσεις των πολιτικών προσώπων θα πρέπει να υπάρχει ένα πολύ πιο αυστηρό φίλτρο τεκμηρίωσης το οποίο να δικαιολογεί μια τέτοια παρακολούθηση.

Κι εγώ πρώτος δέχθηκα ότι στην περίπτωση του κ. Ανδρουλάκη αυτό το φίλτρο δεν υπήρχε και θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στην Υπηρεσία -εφόσον χρειάζεται- να μπορεί να παρακολουθεί και έναν βουλευτή. Να μην απαγορεύονται a priori οι παρακολουθήσεις βουλευτών, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε σε μία διαδικασία η οποία θα είναι στεγανή και ενδεχομένως -εφόσον κρίνουμε ότι αυτό είναι απαραίτητο- θα πρέπει να υπόκειται και σε Κοινοβουλευτική λογοδοσία.

Είμαι ανοιχτός να ακούσω προτάσεις απ’ όλα τα κόμματα για το πώς αυτή η διαδικασία μπορεί να βελτιωθεί. Εμείς κάναμε μια πρώτη βελτίωση και είναι η διπλή υπογραφή του Εισαγγελέα, η διπλή έγκριση, η οποία απαιτείται από τη Δικαστική Αρχή προκειμένου να γίνεται μία τέτοια παρακολούθηση. Είμαι ανοιχτός να ακούσω και άλλες προτάσεις για πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ ότι επί της αρχής ένας βουλευτής πρέπει να εξαιρείται από οποιαδήποτε παρακολούθηση μόνο και μόνο εξαιτίας της βουλευτικής του ιδιότητας. Γιατί είχατε δίκιο όταν είπατε, ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο νόμο και σίγουρα αυτό δεν εξαιρεί ούτε τους 300 Βουλευτές, όταν πρόκειται για κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Με ρωτήσατε και εσείς και ο κ. Κατρίνης μία ερώτηση που γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι δεν μπορώ να την απαντήσω: «Γιατί παρακολουθήθηκε το τηλέφωνο του κ. Ανδρουλάκη». Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι αυτή την απάντηση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να την πάρει ο κ. Ανδρουλάκης μόνο μέσα από μία απόρρητη διαδικασία ενημέρωσης. Και ρωτώ κ. Κατρίνη, γιατί δεν πάει ο κ. Ανδρουλάκης να ενημερωθεί;

Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι πρώτον, ότι η διαδικασία ήταν νόμιμη και ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Δεύτερον, ότι κατά την εκτίμησή μου τα φίλτρα τα οποία υπήρχαν δεν ήταν επαρκή για να τεκμηριώσουν την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη. Εξ ου και υπήρξε η απομάκρυνση του Διοικητή της ΕΥΠ και του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού.

‘Αρα, δεχόμαστε επί της αρχής ότι αυτή η παρακολούθηση είναι μία παρακολούθηση η οποία δεν έπρεπε να γίνει. Ο πρωθυπουργός όμως δεν ενημερώνεται από πριν, εκ των υστέρων πληροφορήθηκα τη συγκεκριμένη υπόθεση και γι΄ αυτό και παρενέβην. Αλλά από εκεί και πέρα, οι συγκεκριμένοι λόγοι που αιτιολόγησαν αυτή την παρακολούθηση θα μπορούν ενδεχομένως να αναζητηθούν και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, η οποία θα συνεδριάσει άμεσα, μαζί με την Εξεταστική Επιτροπή, όπου αντιλαμβάνομαι ότι θα κληθούν όλοι οι αρμόδιοι και θα δώσουν τις απαντήσεις τις οποίες μπορούν να δώσουν.

Και φαντάζομαι πια ότι μετά από αυτά τα οποία είπε και ο κ. Κουτσούμπας, δεν θα υπάρξει καμία αντίρρηση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, εκτός από τα πρόσωπα τα οποία έχετε προτείνει, να κληθούν και προηγούμενοι Διοικητές της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, οι οποίοι θα μπορούν να προσθέσουν και αυτοί τις γνώσεις και τις πληροφορίες τους για το πώς διαχειρίζονταν τέτοια λεπτά ζητήματα επί δικών τους ημερών.

Δεν φαντάζομαι επ’ αυτού να υπάρχει κάποια αντίρρηση, έτσι δεν είναι, κ. Τσίπρα; Να έρθει και ο κ. Ρουμπάτης, να έρθει και ο κ. Δραβίλας, ο οποίος υπήρξε ο Διοικητής της ΕΥΠ επί Κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Διότι διαπιστώνω ότι στις τελευταίες ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ ξεχνάτε τον κ. Βενιζέλο και επιμένετε να αναφέρεστε στη διακυβέρνηση του 2012-2014 ως «διακυβέρνηση Σαμαρά». Να έρθουν, λοιπόν, όλοι στην Επιτροπή Θεσμών και στη συνέχεια, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο στην Εξεταστική Επιτροπή, να μας διαφωτίσουν για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν αυτοί τέτοιες λεπτές υποθέσεις.

Πώς θα βελτιώσουμε το θεσμικό πλαίσιο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και ποια μπορεί να είναι η διαδικασία ώστε να είμαστε σίγουροι ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι πιο θωρακισμένο. Καταθέσαμε μία σειρά από προτάσεις. Δεν άκουσα από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης καμία παραγωγική και ουσιαστική πρόταση για το πώς η ΕΥΠ μπορεί να γίνει καλύτερη με περισσότερη λογοδοσία και πιο θωρακισμένη θεσμικά.

Είμαι ανοιχτός αυτές τις προτάσεις να τις συζητήσουμε και στην Εξεταστική Επιτροπή και θα ευχόμουν το τελικό πόρισμα της Εξεταστικής να μην είναι απλά μία διάγνωση για το τι έγινε σωστά και το τι έγινε λάθος, αλλά και μία σειρά από προτάσεις για το πώς η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών μπορεί να γίνει καλύτερη, πιο διαφανής χωρίς όμως -να το τονίσω- να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητά της σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη εθνική συγκυρία.

Έρχομαι, τώρα, κ. Πρόεδρε, σε μία σειρά από άλλα θέματα τα οποία έθιξε ο κ. Τσίπρας στην πρωτολογία του. Αναφερόμενος στην δήθεν θεσμική εκτροπή η οποία παρατηρείται επί Κυβέρνησής μας και στον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνησή μας χειρίζεται τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κάνατε πάλι τις γνωστές αναφορές στη «λίστα Πέτσα» και τον τρόπο με τον οποίο χειραγωγούμε τα μέσα ενημέρωσης. Δεν θα απαντήσω επ’ αυτών. Νομίζω ότι έχουμε τοποθετηθεί πολλές φορές. Θα πω μόνο ότι σήμερα υπάρχουν τρία πραγματικά δεδομένα τα οποία αφορούν την εποχή της δικής σας διακυβέρνησης.

Η ΕΡΤ και ο έλεγχός της περιήλθε στον υπουργό Επικρατείας, κ. Νίκο Παππά, στις 30 Ιανουαρίου του 2015. Και πάλι στις 25 Σεπτεμβρίου του 2015, μετά τη δεύτερη εκλογική σας νίκη. Ο κ. Παππάς σήμερα παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με την χειραγώγηση ενός διαγωνισμού που αφορούσε τις τηλεοπτικές άδειες. Αυτό είναι γεγονός.

Εγώ θα δεχτώ το τεκμήριο της αθωότητος. Παραπέμπεται όμως. Παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο. Ο κ. Παπαγγελόπουλος το ίδιο. Από την Δικαιοσύνη παραπέμπονται. Με βαρύτατες κατηγορίες. Εσείς εξακολουθείτε να τους καλύπτετε. Εξακολουθείτε να τους καλύπτετε.

Και βέβαια, ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος για τα ζητήματα τα οποία αφορούσαν την λειτουργία της Γενικής Γραμματείας, ο ίδιος ο γενικός γραμματέας, ο κ. Κρέτσος, έχει και αυτός παραπεμφθεί στην Δικαιοσύνη. Και η δίκη του εκκρεμεί.

Αυτά είναι πραγματικά γεγονότα. Κύριε Τσίπρα, δεν παραπέμψαμε εμείς κανέναν. Η ίδια η Δικαιοσύνη απεφάνθη ότι συντρέχουν επαρκείς λόγοι ώστε οι άνθρωποι αυτοί να δικαστούν. Αυτά, λοιπόν, είναι τα δικά σας πεπραγμένα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο χειριστήκατε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Μάλιστα, μου έκανε πάρα πολύ εντύπωση, γιατί μιλάτε συχνά για στοχοποίηση δημοσιογράφων με αφορμή κάποια δημοσιεύματα τα οποία είδαν το φως της δημοσιότητας από τον ξένο Τύπο, ότι εμείς παρεμβαίνουμε στην ελευθεροτυπία.

Ο τέως γενικός γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε μια κατάπτυστη ανάρτηση στην οποία αναφέρθηκε σε μια σειρά από δημοσιογράφους. Ονομαστικά αναφέρθηκε. Τους φωτογράφησε έναν-έναν και είπε περίπου ότι όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι είναι στο payroll της κυβέρνησης και «αρκετά με το καρότο και να πάμε τώρα στο μαστίγιο».

Υιοθετείτε αυτές τις πρακτικές; Μας γυρίζετε πίσω στις εποχές του πρώτου μνημονίου, όπου βλέπαμε τα πόστερ και τις αφίσες με όλους αυτούς οι οποίοι έπρεπε να καταδικαστούν στη συνείδηση του κόσμου και έρχεστε εσείς τώρα να εγκαλέσετε την κυβέρνηση για παρεμβάσεις στα Μέσα;

Πραγματικά, δεν νομίζω ότι έχετε αίσθηση του δικού σας παρελθόντος και το πόσο έκθετοι είστε από τα αποτελέσματα, τα ίδια τα αποτελέσματα των δικών σας πράξεων, καθώς στελέχη τα οποία ήταν πάρα πολύ κοντά σας θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη στο ανώτατο δυνατό επίπεδο.

Κλείνω, κ. Πρόεδρε, με μία αναφορά στην πολύ ενδιαφέρουσα και τολμηρή θα έλεγα, κ. Τσίπρα, παρότρυνσή σας να απευθυνθείτε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, να ρίξει ουσιαστικά την κυβέρνηση, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο την οργή της για όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν.

Αυτή η Κοινοβουλευτική Ομάδα έχει περάσει από πολλές δυσκολίες. Κάποιοι από μας παλαιότεροι Βουλευτές ήμασταν στη Βουλή και το 2009 και το 2010 και το 2012 και το 2015, όταν εμείς ψηφίσαμε το 3ο μνημόνιο και κρατήσαμε τη χώρα στην Ευρωζώνη. Έχουμε περάσει από πολύ δύσκολες διαδικασίες. ‘Αλλοι νεότεροι συνάδελφοι έχουν αποδείξει ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας είναι όχι απλά ενωμένη και συμπαγής, αλλά έτοιμη να δώσει οποιαδήποτε μάχη απαιτείται.

Κατά συνέπεια, θα κλείσω την παρέμβασή μου με μία πρόκληση-πρόσκληση σε εσάς. Εάν πιστεύετε ότι δεν απολαμβάνω της εμπιστοσύνης της Βουλής και της Κοινοβουλευτικής μου Ομάδας, καταθέστε τώρα πρόταση δυσπιστίας. Τώρα, σηκωθείτε στο βήμα και καταθέστε πρόταση δυσπιστίας και ελάτε όλοι μαζί να μετρηθούμε. Αν δεν το κάνετε, είστε και πάλι ένας θρασύδειλος πολιτικός ο οποίος επιμένει να ρητορεύει μόνο και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων.

Θα σας περιμένω, λοιπόν. Μακάρι να την καταθέσετε και μακάρι να πάμε σε συζήτηση τριών ημερών και θα ξαναβρείτε 157 Βουλευτές «μπετόν αρμέ», μέχρι να πάμε στις επόμενες εκλογές».

πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ