Πέθανε σήμερα (30/04) σε ηλικία 54 ετών ο διάσημος Ιταλός μάνατζερ, Μίνο Ραϊόλα, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά του μέσω του Twitter.

Ο εκλιπών ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μάνατζερ ποδοσφαίρου στον κόσμο. Ο πιο ισχυρός, ο καλύτερος, ο πιο συζητημένος, εκείνος που οι σύλλογοι φοβούνταν περισσότερο, αυτός που οι πελάτες του αγαπούσαν πιο πολύ.

Πριν από μερικά 24ωρα τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, ανάμεσά τους και η Gazzetta dello Sport, είχαν κάνει γνωστό ότι ο 54χρονος έχασε τη ζωή του από ασθένεια, όμως λίγα λεπτά μετά ακολούθησε οργισμένη διάψευση από τον επικεφαλής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου Σαν Ραφαέλε στο Μιλάνο, Αλμπέρτο Τζανγκρίλο.

           Η πιτσαρία, τα McDonald’s και ο αρραβώνας

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1967 στη Νοτσέρα, επειδή δεν υπήρχε νοσοκομείο στο Ανγκρί, στην περιοχή Σαλέρνο, όπου ζούσαν οι γονείς του, αλλά η οικογένειά του μετακόμισε στην Ολλανδία, όταν ήταν ενός έτους.

Στα 15 του ήταν στην οικογενειακή πιτσαρία, στα 17 του αρραβωνιάστηκε μια Ολλανδή δώδεκα χρόνια μεγαλύτερή του, στα 19 του έβγαλε τα πρώτα χρήματά του πουλώντας ένα McDonald’s. Στη συνέχεια έγινε ο πιο… αδίστακτος ατζέντης στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ο γνωστός αθλητικός μάνατζερ υπήρξε από τους πιο επιδραστικούς στον τομέα του.

                Οι συνεργασίες του

Στην Ολλανδία άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο. Αλλά ήξερε και εκείνος καλά ότι δεν είχε μέλλον ως ποδοσφαιριστής, οπότε, «παρενοχλώντας» τον πρόεδρο, ο οποίος ήταν πελάτης της πιτσαρίας του πατέρα του, κατάφερε να προσληφθεί κάποια στιγμή αργότερα ως αθλητικός διευθυντής.

Άρχισε την καριέρα του ως μάνατζερ σε ηλικία 20 ετών, ανοίγοντας την πρώτη εταιρεία του. Η πρώτη μεταγραφή του ήταν ο αριστερός εξτρέμ, Μπράιαν Ρόι, από τον Άγιαξ στη Φότζια το 1992, ενώ ενεπλάκη σε εκείνες των Ντένις Μπέργκαμπ και Βιμ Γιονκ στην Ίντερ, επεκτείνοντας στη συνέχεια τις δραστηριότητές του όλο και περισσότερο, ώσπου να γίνει ένας από τους πιο ισχυρούς μάνατζερ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Το πελατολόγιό του περιλαμβάνει μεγάλα ονόματα της «στρογγυλής θεάς»: από τον Ιμπραΐμοβιτς στον Ρομπίνιο, από τον Πογκμπά στον Μπαλοτέλι, από τον Λουκάκου στον Ντε Λιχτ, τον Χάαλαντ, τον Βεράτι, τον Ντοναρούμα και άλλους κορυφαίους άσους. Φυσικά ο Έρλινγκ Χάαλαντ είναι ο τελευταίος “πολύτιμος λίθος” στη διάσημη συλλογή του.

Όλοι άρχισαν να μιλούν για εκείνον από τη μεταγραφή του Πάβελ Νέντβεντ στη Λάτσιο. Μία μετακίνηση που διευκολύνθηκε από τη φιλία που είχε ο Ραϊόλα με τον Ζντένεκ Ζέμαν, τον οποίο γνώρισε από την εποχή της Φότζια.

Μετά ακολούθησαν και άλλοι στην «ομάδα» του, με πρώτο και καλύτερο τον Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς. Στον Σουηδό διεθνή επιθετικό της Μίλαν είχε πει τότε: «Θέλεις να γίνεις ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο ή αυτός που κερδίζει τα περισσότερα; Μαζί μου το δεύτερο είναι εξασφαλισμένο». Η αλήθεια είναι ότι με τους ποδοσφαιριστές τον συνέδεε μια πολύ δυνατή σχέση, περισσότερο από επαγγελματική.

               Η περιουσία και η επιρροή του

Το 2020 το Forbes τον είχε τοποθετήσει μεταξύ των πλουσιότερων μάνατζερ, με έσοδα 84,7 εκατομμυρίων δολαρίων, έχοντας «κλείσει» συμφωνίες για 847,7 εκατομμύρια δολάρια.

Εξασφάλισε την προμήθεια-ρεκόρ όλων των εποχών των 26,154 εκατομμυρίων ευρώ το 2016, για να πάει τον Πολ Πογκμπά από τη Γιουβέντους στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Τα τελευταία χρόνια είχε κατά μέσο όρο 65-70 εκατομμύρια προμήθειες ετησίως και βρισκόταν στην πρώτη τριάδα των πλουσιότερων μάνατζερ, μετά τον Ζόρζε Μέντες και τον Τζόναθαν Μπαρνέτ.

Ήταν ο «χοντρός που έχει μαφιόζικους τρόπους» για τον Άλεξ Φέργκιουσον, ακόμη και ο άνθρωπος -σύμφωνα με έρευνα του ολλανδικού περιοδικού “Voetbal International” πριν από δύο χρόνια- με τη μεγαλύτερη επιρροή στο ολλανδικό ποδόσφαιρο, περισσότερο και από τον Κρόιφ.

Ήταν εκείνος που άλλαξε το ρόλο του μάνατζερ τα τελευταία χρόνια, ανέτρεψε τη δυναμική των σχέσεων με τους παίκτες, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ιταλική αθλητική εφημερίδα “Gazzetta dello Sport”. Ήταν ο Ραϊόλα που επέλεγε τους πελάτες του, ποτέ το αντίστροφο.

                   Το στυλ και η ζωή του

«Ντύνομαι τόσο άσχημα που, όσον αφορά τους συλλόγους, με υποτιμούν και βγάζω περισσότερα χρήματα» συνήθιζε να λέει. Ο Ραϊόλα είχε δύο παιδιά, έμενε στο Μόντε Κάρλο, είχε σπίτια στο Άμστερνταμ και το Μαϊάμι και μιλούσε επτά γλώσσες (αυτοδίδακτος), συμπεριλαμβανομένων των ιταλικών. 

Όπως έλεγε ο ίδιος, είχε μάθει αγγλικά βλέποντας τον Μίκι Μάους σε ολλανδικό κανάλι. Είχε σπουδάσει νομικά δύο χρόνια, ενώ κάποια στιγμή είχε δουλέψει ως μεσίτης σε τράπεζες: με προορισμό να απαντάει στα παράπονα πελατών και προμηθευτών.

Ο Μίνο Ραϊόλα ήταν ο άνθρωπος εκείνος που συχνά εμφανίζεται στις διηγήσεις, αυτός που, ξεκινώντας από το τίποτα, μπόρεσε να έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΖΟΓΙΑΝΝΗΣ

πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Απάντηση