«Και σε μας θα έρθει το Osterhase!»

Κατά πόσο είναι προβληματική η διγλωσσία για τα μικρά παιδιά; Γιατί το παιδί μου απαντά στα γερμανικά όταν εγώ του μιλώ ελληνικά; Ζητήματα της δίγλωσσης ανατροφής

Έλληνες γονείς στη Γερμανία αλλά και ελληνογερμανικά ζευγάρια αναρωτιούνται συχνά αν είναι σωστό τα παιδιά τους όταν μιλούν να χρησιμοποιούν τόσο ελληνικές όσο και γερμανικές λέξεις. Όταν για παράδειγμα λένε, «wir haben gemacht γλυκά», δηλαδή «φτιάξαμε γλυκά», ή «die Fische sind στη θάλασσα», δηλαδή «τα ψάρια είναι στη θάλασσα». Πρόκειται για ένα φυσικό φαινόμενο καθησυχάζει η Άνγια Λάιστ-Βίλις, ερευνήτρια για θέματα διγλωσσίας παιδιών προσχολικής ηλικίας. «Τα μικρά παιδιά πάντα μπερδεύουν τις γλώσσες,» εξηγεί, «το κάνουν ασυνείδητα. Στο λεξιλόγιο τους δεν διαθέτουν οπωσδήποτε για κάθε αντικείμενο και την ελληνική και τη γερμανική ονομασία. Πιθανώς να χρησιμοποιούν την ελληνική ονομασία για ένα αντικείμενο επειδή την ακούν πιο συχνά, επειδή μαζί της συνδέουν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Και εμείς οι μεγάλοι χρησιμοποιούμε όταν μιλούμε ξένες λέξεις - για παράδειγμα αγγλικούς χαρακτηρισμούς σε ό,τι έχει σχέση με τους υπολογιστές και το ίντερνετ. Αλλά και για τον 'γύρο' δεν χρησιμοποιούμε τη γερμανική μετάφραση.»

Είναι φυσικό μικρά παιδιά να αναμιγνύουν γερμανικές με ελληνικές λέξεις επισημαίνει η Άνγια Λάιστ-Βίλις

Δεν είναι καθόλου προβληματικό όταν παιδιά «αναμειγνύουν» γερμανικές και ελληνικές λέξεις. Οι γονείς μπορούν όμως μιλώντας οι ίδιοι με συνέπεια μια γλώσσα να τα βοηθήσουν να μάθουν να εκφράζονται με τον καιρό είτε στα γερμανικά είτε στα ελληνικά. Επίσης δεν έχει νόημα οι γονείς να επιμένουν τα παιδιά τους να τους απαντούν στη γλώσσα την οποία μιλούν. Τα μικρά παιδιά, εξηγεί η κ. Λάιστ-Βίλι, χρησιμοποιούν λέξεις που χρειάζονται άμεσα: όταν για παράδειγμα ζούνε στην Ελλάδα και η γερμανίδα μητέρα τους καταλαβαίνει αυτά που της λένε στα ελληνικά, τότε δεν πρόκειται να μπουν στον κόπο να της μιλήσουν στα γερμανικά. Τα παιδιά αρχίζουν να αποκτούν μια αίσθηση για το τί είναι γλώσσα στο τέταρτο έτος της ηλικίας τους και μόλις στα δέκα είναι σε θέση να κατανοήσουν τους κανόνες της, την ορθογραφία της και την ευρύτερη σημασία λέξεων και εκφράσεων.

Η διγλωσσία δεν κουράζει τα παιδιά

Παιδιά θα πρέπει να ενθαρρύνονται να μαθαίνουν γλώσσες χωρίς να φοβούνται τα λάθη

Σε μια εκδήλωση του Κέντρου Νέου Ελληνισμού (CeMoG) στο Βερολίνο που είχε ως θέμα τη δίγλωσση ανάπτυξη και ανατροφή στα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών, η Άνγια Λάιστ-Βίλις απάντησε και στο ερώτημα, κατά πόσο η διγλωσσία υπερβαίνει τις δυνάμεις των παιδιών. Παιδιά στη προσχολική ηλικία μπορούν άνετα να μεγαλώσουν και με δύο, με τρεις, με τέσσερις γλώσσες υποστήριξε η κ.Λάιστ-Βίλις: «Παιδιά μαθαίνουν γλώσσες με τη μορφή παιχνιδιού χωρίς να καταβάλουν συνειδητά προσπάθειες – δηλαδή αυτόματα.»

Αντιθέτως, παιδιά σε προσχολική ηλικία «μπλοκάρουν» όταν τους ασκείται πίεση να μάθουν μια γλώσσα ή όταν το περιβάλλον αντιδρά αρνητικά σε μια από τις δύο γλώσσες. Για παράδειγμα όταν του λένε, «μιλά γερμανικά, δεν θέλουμε να ακούμε ελληνικά» ή και αντίθετα όταν του λένε, «μίλα ελληνικά, δεν θέλουμε να ακούμε γερμανικά». Όπως διευκρινίζει η κ. Λάιστ-Βίλις, «αν η μητρική γλώσσα των γονέων είναι τα ελληνικά για παράδειγμα και το παιδί επισκέπτεται το γερμανικό παιδικό σταθμό τότε θα πρέπει οι γονείς να είναι ανεχτικοί και να τηρούν μια θετική στάση. Θα πρέπει να δίνουν στο παιδί τους την αίσθηση πόσο καλό και σημαντικό είναι που μαθαίνει γερμανικά. Παράλληλα όμως θα ήταν λάθος να αρχίσουν να συνεννοούνται μαζί του στα γερμανικά. Θα πρέπει να μιλούν με το παιδί τους εκείνη τη γλώσσα που κατέχουν καλύτερα, και αυτή συνήθως είναι η μητρική τους». Η μητρική είναι η βάση για τη δεύτερη γλώσσα αλλά και για την περαιτέρω εξέλιξη του παιδιού. Όσο καλύτερα κατέχει ένα παιδί τη μητρική του γλώσσα τόσο καλύτερα είναι σε θέση να μάθει μια δεύτερη.

Το δικαίωμα του λάθους

Κριστιάνε Άντορφ-Σερέτη, διευθύντρια του ελληνογερμανικού Ευρωπαϊκού Σχολείου Βερολίνου «Αθηνά»

H στάση ενθάρρυνσης δεν θα πρέπει να διακρίνει μόνο τους γονείς των μικρών παιδιών αλλά και τους γονείς παιδιών σε σχολική ηλικία, επισήμανε η Κριστιάνε Άντορφ-Σερέτη, διευθύντρια του ελληνογερμανικού Ευρωπαϊκού Σχολείου Βερολίνου «Αθηνά». Τα τελευταία χρόνια επισκέπτονται το ίδρυμα της όλο και περισσότερο παιδιά γονέων που μόλις πρόσφατα έχουν έρθει στη Γερμανία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Συνήθως οι γονείς δεν μιλούν γερμανικά. Αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό για την πρόοδο των παιδιών τους στο σχολείο, σημείωσε η κ. Άντορφ-Σερέτη. Έχει όμως μεγάλη σημασία οι γονείς να επιδείξουν ένα ανοιχτό πνεύμα για το νέο περιβάλλον, για τη νέα γλώσσα που θα πρέπει να μάθουν τα παιδιά τους όπως επίσης και να καταβάλουν οι ίδιοι προσπάθειες να τη μάθουν, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα παιδιά τους ότι πρόκειται για μια προσπάθεια που αξίζει τον κόπο.

Η Κριστιάνε Άντορφ-Σερέτη τονίζει και κάτι άλλο ακόμη που είναι σημαντικό για την εκμάθηση των γερμανικών από τα παιδιά αλλά και για την πρόοδο τους στο σχολείο: «Τα πράγματα είναι εύκολα για τα παιδιά που μιλούν με άνεση, που δεν φοβούνται να μιλούν ακόμη και αν κάνουν λάθη και τα οποία ενθαρρύνονται από τους γονείς να συμπεριφέρονται έτσι. Οι γονείς θα πρέπει να είναι ανεκτικοί σε ό,τι αφορά τα λάθη και να εξηγούν στα παιδιά τους ότι από τα λάθη μαθαίνει κανείς. Σε παιδιά από αυτές τις οικογένειες είναι εύκολο να δέχονται αλλά και να αναπτύξουν το ενδιαφέρον να μάθουν μια γλώσσα και να γνωρίσουν το νέο τους περιβάλλον».

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Πηγή: Deutsche Welle