Γερμανία, η επόμενη μέρα

Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Οι πανηγυρισμοί των μελών και στελεχών της SPD, στο Willy-Brand-Hausτου Βερολίνου, όταν ο Μάνφρεντ Σουλτς, ένας από τους κύριους ηττημένους των γερμανικών εκλογών, ανακοίνωνε την αποχώρηση του κόμματος από τον Μεγάλο Συνασπισμό και την απόφασή του, να περάσουν οι σοσιαλδημοκράτες στην αξιωματική αντιπολίτευση, ήταν τόσο έντονοι, που θαρρούσε κανείς πως η SPDείχε κερδίσει τις εκλογές. Μετά τον καταποντισμό του ιστορικού κόμματος, πολιτικοί, στελέχη και μέλη του δήλωναν, και εκδήλωναν, με αυτόν τον εκκωφαντικό τρόπο την ανακούφισή τους, και η απόφαση του Μ. Σουλτς ήταν μια έξυπνη κίνηση, τακτικά και στρατηγικά, από πολλές απόψεις: πρώτον και κύριον, διότι έτσι έλυνε τον «γόρδιο δεσμό» του ζητήματος σχετικά με την αξιωματική αντιπολίτευση, μπροστά στον κίνδυνο να αναλάμβανε τα ηνία η «Εναλλακτική» (AfD), κάτι που θα προκαλούσε σημαντικά προβλήματα στη συνήθως εύρυθμη κοινοβουλευτική λειτουργία του Bundestag.

Επί πλέον, αποδέσμευε το Κόμμα από τον εγκλωβισμό του Μεγάλου Συνασπισμού, υπό τη «δεσποτεία», και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της Ά. Μέρκελ, που είχε ως αποτέλεσμα την αναιμική συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών επί τριών κυβερνητικών σχημάτων και ως συνέπεια τις διαρροές χιλιάδων ψηφοφόρων προς άλλα κόμματα. Τέλος, έδινε νέα ώθηση και νέες προσκλήσεις σ’ ένα ιστορικό «κόμμα εξουσίας», το οποίο τα τελευταία χρόνια είχε χάσει τον βηματισμό με την παραδοσιακή εκλογική του βάση.

Εξ ίσου σημαντικές απώλειες εμφάνισε και το χριστιανοδημοκρατικό στρατόπεδο (CDU, CSU), αν και παραμένει ο απόλυτος ρυθμιστής των μετεκλογικών εξελίξεων, με την εγγύηση της Ά. Μέρκελ, παρά τη σημαντική υποχώρηση που υπέστη το κόμμα, με δεδομένο το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα των χριστιανοδημοκρατών μετά το 1949. Τόσο τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά όσο και οι πιέσεις που ασκούνται, εσωκομματικές, αλλά και εκ δεξιών, από τις διαρροές ψηφοφόρων προς τη λαϊκιστική δεξιά (AfD) φέρνουν τους Χριστιανοδημοκράτες μπροστά σε ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών στα θέματα κυρίως του μεταναστευτικού και της ασφάλειας.

Το κύριο, και αρκούντως ανησυχητικό, συμπέρασμα που εξάγεται αναφορικά με τους πρώην κυβερνητικούς εταίρους, είναι η σημαντική υποχώρηση των δύο ιστορικών «λαϊκών κομμάτων» (Volksparteien), γεγονός που ενδέχεται, αν επιβεβαιωθεί και σε επόμενες τοπικές εκλογές των ομοσπονδιακών κρατιδίων, να ανατρέψει το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό στην ενοποιημένη (αλλά, ακόμα εσωτερικά «διαιρεμένη») Γερμανία.

Τόσο τα Μέσα όσο και οι αναλυτές μίλησαν για «τεκτονικό σεισμό», με την πανηγυρική είσοδο της «Εναλλακτικής» στο Γερμανικό Κοινοβούλιο. Ακόμα και το πιθανό ενδεχόμενο μιας τριμερούς συγκυβέρνησης (συνασπισμός Τζαμάϊκα, ανάμεσα σε Χριστιανοδημοκράτες, Φιλελεύθερους και Πράσινους) πέρασε σε δεύτερη μοίρα, αφού έτσι κι αλλοιώς οι διαπραγματεύσεις θα διαρκέσουν πιθανόν και μέχρι τον Δεκέμβριο. H«αποχώρηση» του Βόλφγκανγκ Σόυμπλε από το Υπουργείο Οικονομικών, αναλαμβάνοντας το προεδρείο του Κοινοβουλίου, σίγουρα δεν είναι «καλό μήνυμα» για την Αθήνα, όσο η Ελλάδα παλινδρομεί μεταξύ καιροσκοπισμού και αναβλητικότητας, σε σχέση με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της.

Το μείζον ζήτημα, που απασχολεί, πρωτίστως τη Γερμανία, αλλά και την Ευρώπη γενικότερα, αφορά, αυτονόητα, την «Εναλλακτική». Παραμερίζοντας τις βολικές, αλλά ουσιαστικά ανεπαρκείς εκτιμήσεις περί «ανόδου της ακροδεξιάς», θα πρέπει κανείς να προσεγγίσει με ψυχραιμία το φαινόμενο, συνυπολογίζοντας εξ αρχής, κάτι που η πλειοψηφία των εγχώριων σχολιαστών επιμένει να αγνοεί ή να παραγνωρίζει: ο κύριος όγκος των ψηφοφόρων της «Εναλλακτικής» προέρχεται από τις «δεξαμενές» των δύο μεγάλων κομμάτων, ενώ σε αυτούς προστίθενται και μεγάλο μέρος εκλογέων, που είχαν ψηφίσει Πράσινους και «Αριστερά». Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, πως η «Εναλλακτική» είναι κατά βάση, τουλάχιστον στα πρώτα βήματά της, ένα κόμμα διαμαρτυρίας, που θα κληθεί σύντομα να προσαρμοστεί στα κοινοβουλευτικά δεδομένα της χώρας, αλλά και να αρθρώσει πειστικό πολιτικό λόγο, αν θέλει να «επιβιώσει». Δεύτερον, πως ο χαρακτηρισμός «ακροδεξιά» (οι πιο ψύχραιμες προσεγγίσεις αναφέρονται σε ένα δεξιό, λαϊκιστικό κόμμα – rechtspopulistisch) υποτιμά πρωτίστως το δυναμικό των ψηφοφόρων της, άρα και τις ενδεχόμενες «επιστροφές» τους στα κομματικά πάτρια, αλλά και την προβληματική, που ώθησε τους Γερμανούς «διαμαρτυρόμενους» ψηφοφόρους στο κόμμα αυτό. Όλα τα, μέχρι τώρα διαθέσιμα, στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα, πως η «Εναλλακτική» εκμεταλλεύτηκε αποτελεσματικά το υπαρκτό θέμα της ασφάλειας και της ταυτότητας, κυρίως ως προς τις συνέπειες της λαθρομετανάστευσης, ως αποτέλεσμα μιας μετακίνησης πληθυσμών προς την Ευρώπη, που απασχολούσε έντονα τον Γερμανό πολίτη. Όμως, οι πρώτοι εσωκομματικοί κραδασμοί στην «Εναλλακτική», κυρίως με την άμεση αποχώρηση της Φράουκε Πέτρυ, δείχνουν πως αφ’ ενός δεν είναι ακόμα σε θέση να διαχειριστεί την εκλογική επιτυχία και αφ’ ετέρου πως το ενδεχόμενο της διάσπασης παραμένει βάσιμο.

Η «επόμενη μέρα» σίγουρα κρύβει ιδιαίτερες δυσκολίες και επιβεβαιώνει οξυμμένα προβλήματα, για τη Γερμανία, αλλά και την Ευρώπη. Από την έκβαση των συνομιλιών για το νέο κυβερνητικό σχήμα, τη μεσολαβητική στάση της Ά. Μέρκελ, αλλά και από τις εν γένει μετεκλογικές εξελίξεις στη χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό κυρίως η λειτουργικότητα του γαλλο-γερμανικού άξονα, με δεδομένες τις επιφυλάξεις των νέων κυβερνητικών εταίρων απέναντι στις προτάσεις του Προέδρου Μακρόν για τη «νέα αρχιτεκτονική» της ΕΕ, αλλά και η επισφαλής θέση της Ελλάδας, όσο παραμένουν ανοιχτά τα επίμαχα ζητήματα της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλά και της ευρωπαϊκής συνεννόησης.

*Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος είναι δημοσιογράφος, συνεργάτης των γερμανόφωνων Μέσων και μέλος της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (ΕΑΞΤ).