Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει

Της κυρίας Σοφίας Ζαχαράκη*

Δεν είναι κοινότοπο να πει κάποιος ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με ταχύτητα. Η Ευρώπη προσπαθεί να βελτιώσει το βηματισμό της και να εντείνει τη συζήτηση για την Ευρωπαϊκή εμβάθυνση. Πολλές οικονομίες στην Ευρωζώνη δείχνουν θετική αναπτυξιακή πορεία. Κι εμείς; Παραμένουμε παγιδευμένοι σε μια έντονη εσωστρέφεια. Μια εσωστρέφεια που φαίνεται ακόμα πιο καθαρά βλέποντας την πρόοδο άλλων χωρών, κυρίως αυτών που ήταν σε προγράμματα και βγήκαν έγκαιρα και με επιτυχία.

Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση αυτή έχει εξαντλήσει μέχρι ρανίδας το πολιτικό της κεφάλαιο. Μια κυβέρνηση ξεκομμένη από την κοινωνία, ξεκομμένη από την ίδια την πραγματικότητα, γαντζωμένη μόνο στις καρέκλες και στα προνόμια που απολαμβάνουν τα στελέχη της.

Στην οικονομία περιμένουμε συνέχεια μια ανάπτυξη που δεν έρχεται.

Η συμφωνία για την δεύτερη αξιολόγηση στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου απομάκρυνε τα μοιραία για την χώρα μας. Δυστυχώς όμως τα κεντρικά προβλήματα παραμένουν εδώ. 2 χρόνια μετά το δραματικό καλοκαίρι του 2015 τα capitalcontrols-οι κεφαλαιακοί έλεγχοι είναι εδώ. Η τεράστια καθυστέρηση στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν αφήνουν περιθώρια για αισιοδοξία.  Ο πρωθυπουργός είχε βάλει τους στόχους για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και ήταν οι ακόλουθοι:

Πρώτον, το γρήγορο κλείσιμο της αξιολόγησης χωρίς νέα μέτρα.

Δεύτερον, την ταυτόχρονη ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Τρίτον, την επίτευξη συμφωνίας για μείωση του χρέους. Τέταρτον, την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Και πέμπτο, τη μείωση των πλεονασμάτων από 3,5% σε 2,5 για το 2019 και σε 2% για το 2020.

Νομίζω θα συμφωνήσουμε με πολλούς ότι απέτυχε σε όλους τους στόχους. Με ένα επιπλέον «δωράκι» για να κλείσει η αξιολόγηση. Επιπρόσθετα μέτρα 5,1 δις ευρώ. Ο συνολικός λογαριασμός μέτρων την τελευταία διετία; 14,5 δις ευρώ.  Σε ότι αφορά την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η κουβέντα πλέον έχει σχεδόν σταματήσει, και η κυβέρνηση προσπαθει διακαώς να υποβαθμίσει τη σημασία της, ενώ στην ουσία απλά προσπαθεί να υποβαθμίσει την δική της αποτυχία. Στο ζήτημα του χρέους, δεν εξασφαλίστηκε καμία απολύτως συγκεκριμένη δέσμευση. Μόνο μία μελλοντική και ασαφής αναδιατύπωση υποσχέσεων, για τις οποίες το Eurogroup έχει δεσμευτεί ήδη από το Νοέμβριο του 2012. Εκεί όμως που η αποτυχία είναι η πλέον παταγώδης είναι στο ζήτημα των πλεονασμάτων. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε θέσει ως στόχο τη μείωση του 3,5% για το 2019 και το 2020. Εντούτοις, η χώρα δεσμεύτηκε σε τεράστια πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του Α.Ε.Π. μέχρι και το 2022 και, κατόπιν, για πλεονάσματα ίσα ή και μεγαλύτερα του 2% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2060. 43 δηλαδή χρόνια λιτότητας, που προστίθενται στην τεράστια προσπάθεια προσαρμογής που έχει ήδη κάνει η χώρα.

Και βέβαια, όλη αυτή η περιπέτεια της αξιολόγησης είχε φυσικά αποτύπωμα στην αναπτυξιακή προοπτική της Ελλάδας. Η αρχική πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,7% το 2017 έχει πλέον ξεχαστεί. Πολλοί εκτιμούν πλέον ότι η ανάπτυξη φέτος θα είναι γύρω στο 1% - 1,5% περίπου.

Σημασία όμως έχει να μην αφήσουμε αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα να γίνει η παραίτηση από το μέλλον μας. Προοπτική υπάρχει. Η τεράστια ζημιά που προκλήθηκε την τελευταία τριετία χρειάζεται συστηματική προσπάθεια για να αποκατασταθεί. Κι αυτό θα το πετύχουμε με έναν και μόνο τρόπο. Με πολιτική αλλαγή που θα φέρει αλλαγή πολιτικής.

Το βασικό ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η επιστροφή σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και η δημιουργία πολλών νέων θέσεων απασχόλησης. Η Νέα Δημοκρατία δεσμεύεται για ένα Εθνικό Σχεδίο για την οριστική έξοδο από την κρίση και στον τομέα της οικονομίας. Μεεμπροσθοβαρή εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση της αύξησης της εξωστρέφειας και των επενδύσεων. Με βελτίωση της ρευστότητας της οικονομίας, μέσω δράσεων για την επιστροφή καταθέσεων, τη διαχείριση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και την άρση των κεφαλαιακών ελέγχων. Με αλλαγή του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με μείωση φόρων και δαπανών και αποτελεσματικότερο Κράτος, με ταυτόχρονη διεκδίκηση της μείωσης των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα από τώρα, όχι από το 2023. Σε ένα πλαίσιο σταθερότητας, χαμηλότερης φορολογίας, ανόθευτου ανταγωνισμού, λιγότερης γραφειοκρατίας.

Είμαστε έτοιμοι να κάνουμε όσα χρειάζεται για να πάρει η οικονομία μας μπροστά. Ίσως σας φανεί ότι το έχετε ξανακούσει. Η Ελλάδα όμως πράγματι δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

*H κυρία Σοφία Ζαχαράκη είναι Αναπληρώτρια Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας.