H Γερμανία ψηφίζει

Του κ. Κώστα Θ. Καλφόπουλου

Το πρωτοσέλιδο της παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικής ΖΕΙΤ (21. 9.) αποτυπώνει σε λίγες λέξεις την προεκλογική ατμόσφαιρα στη Γερμανία, λίγο πριν ανοίξουν, την Κυριακή, 24. 9., οι κάλπες: «Γερμανία, πρόσεχε!» είναι ο τίτλος του κύριου θέματος, με την υπόμνηση «Ακροδεξιοί στο Κοινοβούλιο, η SPD ενδεχομένως σε ιστορικό χαμηλό; Αυτές οι εκλογές μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες – ή να οδηγήσουν επί τέλους σε μια νέα αρχή».

Στο γράφημα, ένα χέρι σπρώχνει το ψηφοδέλτιο στη σχισμή της κάλπης, το άλλο μισό του ψηφοδελτίου έχει μετατραπεί σε δέσμη δυναμίτη στο εσωτερικό της κάλπης.

3+2 νέα βασικά χαρακτηριστικά

Σ’ αυτές τις εκλογές, που από το σύνολο του mainstream  Γερμανικού Τύπου εκτιμήθηκαν ως άκρως υποτονικές, υπάρχουν 3 νέα στοιχεία, τα οποία τις διαφοροποιούν από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις: πρώτον, το πολύ πιθανό ενδεχόμενο, η Άνγκελα Μέρκελ να συμπεριληφθεί στους μακροβιότερους Καγκελάριους, στα ίχνη του μέντορά της Χέλμουτ Κολ. Δεύτερον, το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AlternativefürDeutschland, AfD), σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, όχι μόνο μπορεί να μπει άνετα στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, υπερβαίνοντας κατά πολύ το «φράγμα» του 5%, αλλά και να είναι το τρίτο σε ποσοστά κόμμα, μετά τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες. Τέλος, το ενδεχόμενο, να υλοποιηθεί για πρώτη φορά σε παγγερμανικό επίπεδο, ο «συνασπισμός της Τζαμάικα», δηλ. η συγκυβέρνηση των 3 κομμάτων, Χριστιανοδημοκρατών, Φιλελευθέρων και Πρασίνων, σε αντικατάσταση του «Μεγάλου Συνασπισμού».

Δύο επί πλέον στοιχεία συμπληρώνουν το προεκλογικό πάζλ της Γερμανίας: η στασιμότητα των Σοσιαλδημοκρατών, που σύντομα έχασαν τη δυναμική τους με τον αρχικά ελπιδοφόρο Μάρτιν Σουλτς, ενώ ενδιάμεσα έχασαν 3 σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις σε τοπικό επίπεδο, αλλά και η δυναμική επανεμφάνιση των Φιλελευθέρων, που «φλερτάρουν» μαζί με την «Εναλλακτική για τη Γερμανία» και την «Αριστερά» (DieLinke) τη θέση του τρίτου κόμματος στο Γερμανικό Κοινοβούλιο.

Ο απροσδιόριστος παράγοντας

Το τελικό αποτέλεσμα που θα επιτύχει η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» αποτελεί τον μεγάλο πονοκέφαλο των κομματικών επιτελείων, αλλά και τον δημοσκοπικών εταιριών της χώρας. Στα κόμματα, η δυναμική διείσδυση της «Εναλλακτικής» στην εκλογική βάση τόσο των λεγ. «λαϊκών κομμάτων» (Volksparteien), CDUκαι SPD όσο και των μικρότερων απασχόλησε έγκαιρα τα εκλογικά επιτελεία τους, όμως οι δημοσκόποι είναι εξ ίσου ανήσυχοι για την αδυναμία τους, να προβλέψουν με σχετική ακρίβεια τα προεκλογικά ποσοστά και, παράλληλα, να αξιολογήσουν επαρκώς τα εκλογικά αποτελέσματα. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους, έναν στατιστικό και έναν πολιτικό: πρώτον, δεν υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία από προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, ώστε να συμπεριληφθούν στα σχετικά δείγματα και ευρήματα, άρα να προκύψουν αξιόπιστες προβλέψεις, και δεύτερον, το γεγονός, ότι η εκλογική βάση της «Εναλλακτικής» είναι κατ’ ουσίαν πολυσυλλεκτική, σχεδόν διακομματική. Ένα επί πλέον στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό τόσο στα κόμματα όσο και στις εταιρίες δημοσκοπήσεων αποτελεί το ποσοστό αποχής, με δεδομένη την πτωτική τάση συμμετοχής των ψηφοφόρων (κυρίως στην πρώην Ανατολικής Γερμανίας), που ενδέχεται να επηρεάσει τις ποσοστιαίες διακυμάνσεις αρκετών κομμάτων.

Αθήνα – Βερολίνο – Ευρώπη

Είναι εύλογο, η Αθήνα να στρέφει το ενδιαφέρον της προς το Βερολίνο την επόμενη μέρα. Όμως, εξαρτάται από ποια σκοπιά η Ελλάδα παρατηρεί τις εξελίξεις και με ποιες προσδοκίες. Αν επικρατήσει η διαδομένη, αλλά εκτός πραγματικότητας αντίληψη περί «καλού και κακού Γερμανού» (από το αλήστου μνήμης «Gobackκυρία Mέρκελ» μέχρι τις παλινωδίες με τις πολεμικές αποζημιώσεις), η Αθήνα, κυρίως το κυβερνητικό επιτελείο και όχι τόσο το Υπουργείο Εξωτερικών, μπορεί να βρεθεί ξανά μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις και εξελίξεις, στο βαθμό που θα επιβραδύνει τις μεταρρυθμίσεις, επιμείνοντας να διαμορφώνει την ελληνο-γερμανική πολιτική στις αυθαίρετες και, συνακόλουθα ανεδαφικές, εκτιμήσεις περί «φιλελλήνων» και «ανθελλήνων» Γερμανικών πολιτικών. Γεγονός πάντως είναι πως το νέο κυβερνητικό σχήμα που θα αναδειχθεί στο Βερολίνο και οι ενδεχόμενοι καινούργιοι κυβερνητικοί εταίροι θα θέσουν εκ νέου το πολύπλοκο «ελληνικό πρόβλημα». Και γι’ αυτό το όχι απίθανο ενδεχόμενο η Αθήνα θα πρέπει να είναι αρκούντως προετοιμασμένη, πέρα από τις γνωστές ρητορικές με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Όμως, κύριο στοιχείο παραμένει το γεγονός, ότι τα αποτελέσματα των Γερμανικών εκλογών θα επηρεάσουν πρωτίστως τις ευρωπαϊκές και ευρύτερα διεθνείς εξελίξεις και αναπόδραστα τον πάντα απαραίτητο και καθοριστικό γαλλο-γερμανικό άξονα.